αγγελτήριο(ν)

αγγελτήριο(ν)
το печатное уведомление, извещение;

αγγελτήριο(ν) κηδείας (γάμου) — печатное уведомление о похоронах (о бракосочетании)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αγγελτήριο(ν)" в других словарях:

  • αγγελτήριο — το [αγγέλω] έντυπο που αναγγέλλει κάποιο κοινωνικό γεγονός (βάφτιση, γάμο, κηδεία κ.λπ.) …   Dictionary of Greek

  • αγγελτήριο — το μικρό έντυπο με το οποίο αναγγέλλεται γάμος, βάφτιση, θάνατος κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -τήριο — τήριον, ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη ουδετέρων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία απαντούσε αρχικά σε ουσιαστικά, παράγωγα τών αρσενικών τού δράστη ενέργειας σε τήρ* (ανάλογος είναι και ο σχηματισμός τών επιθέτων σε τήριος, ενώ και ορισμένα ουσ …   Dictionary of Greek

  • αναγγελία — η (Α ἀναγγελία) [ἀναγγέλλω] νεοελλ. 1. ανακοίνωση, γνωστοποίηση 2. αγγελτήριο γράμμα ή έντυπο αρχ. δημόσια ανακήρυξη ή προκήρυξη …   Dictionary of Greek

  • νεκρώσιμος — η, ο (ΑΜ νεκρώσιμος, ον) [νέκρωσις] αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή αρμόζει σε νεκρό («νεκρώσιμη ακολουθία» ειδική ιερή ακολουθία που αποτελείται από κατανυκτικά τροπάρια, ευχές και ψαλμούς και τελείται κατά την κηδεία νεκρού) νεοελλ. 1. νεκρικός… …   Dictionary of Greek

  • ειδοποίηση — η 1. προφορική ή έγγραφη γνωστοποίηση, ανακοίνωση, αναγγελία. 2. το έγγραφο με το οποίο ειδοποιείται κάποιος, ειδοποιητήριο, αγγελτήριο: Πήρα σήμερα ειδοποίηση από την εφορία. 3. δημόσια αγγελία με πληρωμή ή όχι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νεκρώσιμος — η, ο 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στο νεκρό: Νεκρώσιμη ακολουθία. 2. το ουδ. ως ουσ., νεκρώσιμο αγγελτήριο θανάτου ή κηδείας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»